Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

(ΧΙΣΕ 02) Πρώτη φορά Γιορτάζω ή Γεννημένος Την 4η Ιουλίου

Γουά! Που την θυμήθηκα τώρα αυτήν την ιστορία, ούτε εγώ ξέρω. Ήταν η ...πρώτη μου φορά, σαν ενήλικος! Προηγήθηκαν βέβαια και μερικές άλλες, αλλά σε μονοψήφια ηλικία!
Λοιπόόόν...


Μέρος Α. Περί ανέμων και υδάτων

Τότε που λες, δούλευα σε ένα από αυτά τα μαγαζιά που έχουν το σπαστό ωράριο. Σπάσιμο νεύρων μιλάμε. Τις διπλές μέρες, Τρίτη-Πέμπτη-Παρασκευή, έπρεπε να κάνω γύρω στη μία με μιάμιση ώρα πήγαινε-έλα από το μαγαζί στο σπίτι και πάλι στο μαγαζί. Μια τέτοια Τρίτη ήταν λοιπόν, κατακαλόκαιρο, που μόλις είχα κλείσει και περίμενα στη στάση το λεωφορείο. Και περίμενα, και περίμενα ώσπου κάποια τυχαία στιγμή, να σου το φυσαρμόνικα-bus! Επιτέλους θα πάω σπίτι! Έλα όμως που το μπουρδέλο ήταν τίγκα στον κόσμο. Πως να μπεις εκεί μέσα? Σαρδέλες μιλάμε. Άσε καλύτερα λέω, θα πάρω ταξί... Ανάβω ένα τσιγάρο και για γαμώ τις τύχες που είχα, δευτερόλεπτα μετά από το λεωφορείο-φυσαρμόνικα (αλήθεια, γιατί τα λέμε “φυσαρμόνικα” αυτά τα λεωφορεία αφού μοιάζουν πιο πολύ με “ακορντεόν”???) ήρθε ένα ταξί, γιεεες! Σταματάει και μπαίνω μέσα. Μπροστά, καθόταν ήδη κάποιος, οπότε πάω πίσω. Με ρωτάει προορισμό, και ξεκινάμε. Όσο πηγαίναμε, ο ταρίφας μιλούσε με τον συνοδηγό του. Ένας ταρίφας γύρω στα 50, κάπως στρουμπουλός, με άσπρο μαλλί και μαύρο φρύδι. Ακόμα δεν μου είχε δημιουργηθεί η ψύχωση “Πασχάλης Τερζής” (τι κόλλημα κι αυτό) αλλά σίγουρα βοήθησε και αυτός ώστε να γίνει. Ο συνοδηγός, απλά διάφανος. Αδύνατος δηλαδή. Όσο οι δυο τους λέγανε τα περί ανέμων και υδάτων, εγώ κάπνιζα το τσιγάρο μου και κοιτούσα το ρολόι. Κάποια στιγμή όμως ο πελάτης, ενοχλημένος από τον καπνό, μου κάνει παρατήρηση να το σβήσω. Ευγενικός, παρόλο που ήταν αδύνατος (πλάκα κάνω). Το πετάω που λες. Ενώ οδεύαμε, βλέπω αλλά δεν δίνω σημασία, με ποιόν τρόπο ο ταρίφας άλλαζε τις ταχύτητες. Με το κωλοδάχτυλο. Τι περίεργο λέω από μέσα μου, και το προσπερνάω. Λίγα μέτρα πιο πέρα, μπαίνει και μια κοπέλα. Ωραία, σκέφτομαι, σε Εβραίο πέσαμε (κράτα το αυτό). Αρχίζω εγώ το μπλα μπλα με την τύπισσα περί αλλεργιών γιατί έτσι μας ήρθε, ούτε θυμάμαι δηλαδή για πιο λόγο. Κάποια στιγμή κατεβαίνει ο μπροστινός, κατεβαίνει και η κοπέλα, οπότε τώρα, είμαι μόνο εγώ και ο ταρίφας. Μια και την είχαν κάνει όλοι από το αμάξι, μου προτείνει που λες, να πάω να κάτσω μπροστά για να καπνίσω ελεύθερα. Τι καλός άνθρωπος σκέφτηκα εγώ. Μέσα στην τρελή χαρά εγώ -που θα καπνίσω, μη πηγαίνει ακόμα ο νους σου στο πονηρό- κατεβαίνω και μπαίνω στην μπροστινή θέση...


Μέρος Β. Άσχημα Λόγια (με την Ελένη Πέτα)
Κάθομαι μπροστά που λες, ανάβω και το τσιγάρο μου σαν κύριος και πλέον αισθάνομαι βασιλιάς. Ήταν μια τρομερά καυτή ημέρα και το χέρι το είχα έξω από το παράθυρο. Μας πιάνει και η κίνηση οπότε ο ταρίφας, αρχίζει να κουβεντιάζει...
“Πώς και δεν πήρες το λεωφορείο που ήταν μπροστά”, με ρωτάει. Μπα, ήταν τίγκα στον κόσμο, πολύ στρίμωγμα, του απαντάω.
“Α, χάνεις... Είναι ωραίο το στρίμωγμα. Τον ακουμπάς όπου κάτσει”! Ντοηνγκ!!! Και Εβραίος και μαλάκας. Ωραία διαδρομή θα κάνω, ήδη με κούρασε...
“Ναι”, του λέω εγώ, “και αν φας όμως καμιά αδέσποτη? Τι γίνεται μετά?”, προσπαθώντας να φέρω το κλίμα μέσα σε λογικά πλαίσια.
“Έλα μωρέ, δε γίνετε τέτοιο πράγμα” με καθησυχάζει και συνεχίζει “Εγώ μια φορά πήγαινα με το ΚΤΕΛ στα Γιάννενα και όπως κατεβαίναμε από το πούλμαν μου τον ακουμπάει ένας από πίσω, στο στρίμωγμα πάνω, με ένα πράμα νααααα” δείχνοντας μου τη διάμετρο του τιμονιού της παλιάς Μερσεντές!
Σοκ εγώ! Το στομάχι μου το νοιώθω να ακουμπάει την καρδιά. Τι θέλει να μου πει με αυτό? Εδώ, άμα σου πω πως μέχρι στιγμής δεν έχω πάρει χαμπάρι οτι μου την πέφτει, δε θα με πιστέψεις! Ήμουν τόσο μαλάκας τότε εκείνη την εποχή, που ακόμα και το καραμπάμ “μου τον ακούμπησε” που είπε, δε το έδωσα σημασία! Για να τον ρωτήσω μετά, παντελώς ηλίθια και μηχανικά, αν όταν κατεβήκανε, πλακώθηκαν στο ξύλο. Αυτό μου έμοιαζε “λογικό”, τότε!
Φαντάσου οτι του βγήκε δυνατό γέλιο μόλις ξεστόμισα την χαζομάρα. Και έτσι, προσπαθώντας να σταματήσει το γέλιο, ακούω και την επόμενη βόμβα!
“Όχι ρε φίλε! Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και το ίδιο βράδυ σκυλογαμηθήκαμε”! Σούπερ Ντοηνγκ!!!
Δεύτερο σοκ εγώ! Το στομάχι πλέον, έχει φτάσει εκατοστά κάτω από τον λαιμό μου. Μα τι ακούω? Τι μου λέει? Εντελώς σπαστικά, ανάβω ένα δεύτερο τσιγάρο και το προσπερνάω, πάλι!
Περνάνε κάτι μουγκά λεπτά, και μου κάνει τον δεύτερο γύρο “επίθεσης”, με την κλασική -λέω πλέον- ερώτηση του αν έχω κορίτσι. Σαφώς και η απάντηση ήταν όχι, αλλά δεν περίμενα με τίποτα την συνέχεια που ακολούθησε!
“Με αυτή την ζέστη, δε θα ήταν καύλα να είχες ένα δροσερό κωλαράκι να χώσεις τον πούτσο σου?” Ε, ναι, λέω εγώ που ήδη αρχίζω και καυλώνω. Και με μία αστραπιαία ζιου-ζιτσου νίντζα κίνηση, το χέρι του βρισκόταν στο φουσκωμένο πακέτο μου, λέγοντας “πωωω ρε φίλε, έχει πολύ πράμα εδώ μέσα”. Εδώ να με δεις! Το στομάχι το νοιώθω να πάει να μου βγει από το στόμα! Σοκ και δέος (sic) μιλάμε. Και πριν προλάβω κάτι να σκεφτώ μου πετάει και την γαμώ τις ατάκες “Γουστάρεις να πάμε να ξεσκίσουμε τις πουτσάρες μας?” Ε, αυτό ήταν! Είμαι έτοιμος να ή λιποθυμήσω ή να ξεράσω, δεν ξέρω. Αλλά ΝΑΙ λέω εγώ!!! Μου λέει πως θα πάμε στο “σπίτι” ενός φίλου του, το οποίο είναι απομονωμένο και αρχίζουμε να τραβάμε προς τα κει. Είμαι όμως τόσο χάλια εκείνη την ώρα, ούτε σάλιο δεν είχα τόσο που μπέρδευα τη γλώσσα μου και δεν μπορούσα να μιλήσω σωστά! Μια στιφαμάρα άλλο πράμα. Του λέω να σταματήσει κάπου για να πάρω καμιά μπύρα, μπας και συνέλθω. Όντως, έτσι έγινε... Πήρα από ένα περίπτερο στο δρόμο, τέσσερις (4) μπύρες, τη μία την ήπια μονορούφι στο ταξί...


Μέρος Γ. I Want Your Sex (George Michael)
Προχωράμε που λες... Πρωτόγνωρα συναισθήματα με έχουν πλημμυρίσει, όλη αυτή την ώρα, από το ΝΑΙ και μετά. Σκέφτομαι, καπνίζω, να σου και η δεύτερη μπύρα άδειασε. Και τότε, τσουπ, φτάσαμε! Είμαστε μέσα σε ένα τεράστιο οικόπεδο, το οποίο στη μέση του είχε ένα μικρό οίκημα. Περπατώντας και με τον ήλιο να τσουρουφλίζει κάθε σπιθαμή ελεύθερου κορμιού, φτάνουμε στην πόρτα την οποία άνοιξε με ένα σκουριασμένο παλαιού τύπου κλειδί. Βρίσκομαι απέναντι από έναν χώρο 2 επί 3, κόγχη και λατρεία, γεμάτο σκόνη, σιδηρικά, άδεια βαρέλια και ο,τι άλλο απαρτίζει μια αποθήκη εν αχρηστία. Ο χώρος που περισσεύει, ίσα που χωράει 2 άτομα. Τέλος πάντων, στα αρχίδια μου! Δε νομίζω να θυμάμαι άλλη φορά να είμαι τόσο καυλωμένος, που η εικόνα του χώρου δε με ένοιαξε καθόλου. Ακόμα μου έρχεται η μυρωδιά του σκουριασμένου σιδήρου, και φτιάχνομαι... Κλειδώνει την πόρτα που λες, και αρχίζουμε τα χαϊδέματα, τα τριψίματα, τα γλωσσόφιλα. Είμαι τόσο τούμπανο!!! Μου κατεβάζει το παντελόνι και μου κάνει ένα τσιμπούκι, όμοιο του δεν είχα για αρκετά χρόνια μετά. Όσο με τσιμπούκωνε, άδραξα της ευκαιρίας να ανοίξω την τρίτη μπύρα, κάτι το οποίο δεν τον ενόχλησε καθόλου. Ούτε εμένα βέβαια! Κάποια στιγμή, του λέω να μου γυρίσει. Ήθελα να μπώ κάπου ο άνθρωπος. Βάζω σάλιο (καπότα? Τι είναι αυτό?) και μου λέει να μην βάλω, δεν χρειάζεται. Όντως, δεν χρειαζόταν και με μια κίνηση είμαι ήδη μέσα του! Τι Ευτυχία! Πρώτη φορά γαμούσα κώλο! Μου έκανε και κάτι “μαθήματα” με το κωλάντερο του που παρά λίγο να χύσω κάποια στιγμή αλλά κρατήθηκα γιατί ήθελα να μην τελειώσει ποτέ μιλάμε. Έλα όμως που έχυσε πρώτος αυτός! Βγήκα και μου τον ξαναπαίρνει πίπα για λίγο, μέχρι που τελικά έχυσα μέσα στο στόμα του! Αυτό ήταν, πέθανα! Έβλεπα αστεράκια μέσα σε ένα κόκκινο φόντο! Είμαι πλέον ένας χαρούμενος νεκρός! Σκάσαμε και το τελευταίο γλωσσόφιλο και εγώ να έχω πάθει την πλάκα μου μιλάμε.
Πετάω στα σύννεφα...


Κεφάλαιο Δ. Κι Ύστερα, Κι Ύστερα (Μαρινέλα)
Αφού λοιπόν ντυθήκαμε, εγώ βρισκόμουν στον όμορφο κόσμο με τα ροζ! Τι τέλεια, τι υπέροχα. Όλα φάνταζαν εκπληκτικά, τα δέντρα, τα πουλιά, σε τέτοια κατάσταση ήμουν. Φαντάζεσαι. Πηγαίνοντας πλέον στο γυρισμό για το σπίτι, μιλούσαμε και μου είπε και τα δικά του. Πρόσφατα χωρισμένος αυτός και με ένα παιδί. Χώρισε, μου είπε, γιατί η γυναίκα του τον έκανε τσακωτό στο κρεβάτι με έναν ανιψιό του! ΝΤΑΝΝΝ ΝΤΑΝΝΝ ΝΤΑΝΝΝ χτυπά η καμπάνα...Αφού μου έλεγε και κάτι συμβουλές, βρίσκεται στο δρόμο του και μια πελάτισσα την οποία και πήρε. Σταματήσαμε την κουβέντα αλλά ευτυχώς λίγο πριν, του είχα δώσει και το τηλέφωνο μου. Άλλη μαλακία εδώ. Του έδωσα νούμερο το οποίο έληξε 2-3 μέρες μετά! Τέλος πάντων... Και φτάνουμε που λες, σπίτι.
“2000 δραχμές” μου λέει! Και παθαίνω το υπέρτατο σούπερ ντοηνγκ σοκ! Όχι μόνο πλήρωσα την διαδρομή από τη δουλεία εώς το γαμήσι, αλλά και από το γαμήσι μέχρι το σπίτι μου! Μη σου πω ΚΑΙ το γαμήσι. Για να καταλάβεις καλύτερα, η κλασική ταρίφα από τη δουλεία στο σπίτι, ήταν γύρω στις 600 δραχμές. Πλήρωσα και κατέβηκα, μέσα στη θλίψη... Γκρεμοτσακίστηκα μιλάμε, έπεσα με μιας στη γη, από τον 7ο ουρανό! Πως τα διέλυσε όλα έτσι...
Παρόλα αυτά, εγώ είχα φάει χοντρό κόλλημα. Δεν υπήρξε παλιού τύπου μερσεντές που να μην την είχα μισθώσει! Τίποτα, δεν τον ξαναβρήκα πουθενά. Θυμάμαι ακόμα και τώρα τις πινακίδες του, γιατί έτυχε να μοιάζουν με ένα μοντέλο κινητού εκείνης της εποχής. Μια φορά μονάχα τον ξαναπέτυχα, 2 χρόνια μετά περίπου, αλλά ήμουν σε αμάξι φίλου και τον χάσαμε στην κίνηση.
Ήταν Τρίτη 4 Ιουλίου 2000...


Αυτή ήταν μια ΧΙΣΕ! Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις, είναι εντελώς τυχαία και ουδόλως έχω σκοπό να βλάψω άτομα, χώρους, αποθήκες, ταξί κτλ...
Empeirioright (.|.) 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου